δίκυκλο

ουσιαστικό

Όχημα ή μέσο μεταφοράς με δύο τροχούς, που διαθέτει πλαίσιο και μηχανισμό διεύθυνσης και κινείται με ανθρώπινη ή μηχανική ισχύ.

Συνώνυμα

δίτροχο ποδήλατο μοτοσυκλέτα μοτοσικλέτα μηχανή μηχανάκι σκούτερ μοτοποδήλατο παπί τροχοφόρο ποδηλατάκι βέσπα πατίνι όχημα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Αγόρασα ένα δίκυκλο για να πηγαίνω στη δουλειά.
  • Ο διανομέας έφτασε με το δίκυκλο μέσα σε πέντε λεπτά.
  • Το δίκυκλο του πατέρα χρειάζεται σέρβις.
  • Στο ατύχημα ενεπλάκη και ένα δίκυκλο.
  • Στην πόλη προτιμούν το δίκυκλο για γρήγορες μετακινήσεις.