γυάλινος
άλλο1. Που είναι φτιαγμένο από γυαλί ή έχει την υφή, τη διαφάνεια ή την εμφάνιση του γυαλιού.
2. Που είναι εύθραυστο και μπορεί να σπάσει εύκολα, όπως το γυαλί.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξύλινος μεταλλικός πλαστικός κεραμικός αδιαφανής άθραυστος ατσάλινος χάρτινος ανθεκτικός σιδερένιος σκληρός
Παραδείγματα χρήσης
- Έβαλε το γυάλινο ποτήρι στο τραπέζι.
- Ο γυάλινος καθρέφτης έσπασε κατά τη μετακόμιση.
- Η γυάλινη βιτρίνα του καταστήματος τράβηξε τους περαστικούς.
- Τα γυάλινα παράθυρα του ουρανοξύστη αντικατόπτριζαν τον ήλιο.
- Ζούσε σε έναν γυάλινο κόσμο και φοβόταν να ρισκάρει.