γερασμένος
επίθετο1. Που έχει προχωρήσει σε ηλικία ή έχει χάσει τη νεανική ζωτικότητα.
2. Που εμφανίζει σημάδια φθοράς ή μεταβολής λόγω του χρόνου ή της χρήσης.
Συνώνυμα
ηλικιωμένος γηρασμένος γηραιός γέρικος υπερήλικας γεροντικός παλαιωμένος παλιά παλιός παλιωμένος ταλαιπωρημένος φθαρμένος σαραβαλιασμένος ετοιμόρροπος ξεπερασμένος παλαιός γεροντάκος φθαρτός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς μας είναι γερασμένος, αλλά ακόμη γελάει κάθε μέρα.
- Παρόλο που είναι μόλις τριάντα, φαίνεται γερασμένος από τις πολλές φροντίδες.
- Η φωνή της, μετά το ταξίδι, ακούστηκε γερασμένη και κοφτή.
- Το σπίτι στη γειτονιά είναι γερασμένο και χρειάζεται επισκευές.
- Οι εργάτες βρήκαν έναν γερασμένο κορμό δέντρου στο δάσος.
- Το τυρί είναι γερασμένο και έχει έντονη γεύση.