γενναιόδωρος
επίθετο1. Που προσφέρει ή χορηγεί πρόθυμα και σε σημαντικό βαθμό αγαθά, χρήματα, υπηρεσίες ή δωρεές σε άλλους.
2. Που εκδηλώνει ευρύτητα ψυχής και προθυμία να βοηθήσει, να φιλοξενήσει ή να συγχωρήσει, χωρίς μικροψυχία.
Συνώνυμα
φιλόδωρος απλόχερος ανοιχτόχέρης ανοιχτόκαρδος χουβαρδής μεγαλοψυχός μεγαλοδώρος μεγαλόκαρδος πλουσιοπάροχος φιλάνθρωπος καλόκαρδος ευεργετικός πληθωρικός ευγενής καλοκάγαθος άφθονος καλός αγαθός καλοσυνάτος
Αντώνυμα
τσιγκούνης φειδωλός σφιχτοχέρης σφιχτός μικρόψυχος στενόψυχος στενόκαρδος τσιφούτης μίζερος πενιχρός σφιγμένος τσιγκουνούλης εγωιστής
Παραδείγματα χρήσης
- Ο γενναιόδωρος επιχειρηματίας δώρισε χρήματα στο νοσοκομείο.
- Η γενναιόδωρη δασκάλα συγχωρεί τα μικρά λάθη των μαθητών.
- Μας πρόσφερε μια γενναιόδωρη μερίδα φαγητού στο τραπέζι.
- Οι γενναιόδωροι φίλοι του βοήθησαν οικονομικά όταν είχε πρόβλημα.
- Ήταν γενναιόδωρο να του δώσει δεύτερη ευκαιρία.