βρώμα
ουσιαστικό1. Συγκέντρωση βρώμικων, ανεπιθύμητων ή μολυσματικών υλικών (χώματα, σκόνη, λεκέδες, οργανικά υπολείμματα) που ρυπαίνουν επιφάνεια, αντικείμενο ή χώρο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
καθαριότητα καθαρότητα καθαροσύνη αγνότητα ευωδία άρωμα καλοσμία φρεσκάδα καθαρισμός καθάρισμα απολύμανση
Παραδείγματα χρήσης
- Η βρώμα από τα σκουπίδια έκανε το δωμάτιο αφόρητο.
- Μύριζε βρώμα από το χαλασμένο ψάρι στο ψυγείο.
- Η βρώμα της διαφθοράς στην εταιρεία βγήκε στη δημοσιότητα.
- Δεν αντέχω την βρώμα και την αδικία στη γειτονιά μας.
- Άφησε πίσω του βρώμα και θυμό μετά την προδοσία.