μυρωδιά

ουσιαστικό

Αίσθηση που γίνεται αντιληπτή με την όσφρηση, προερχόμενη από πτητικές ουσίες και που χαρακτηρίζει πρόσωπα, αντικείμενα, τροφές ή χώρους· μπορεί να είναι ευχάριστη, δυσάρεστη ή ουδέτερη.

Συνώνυμα

οσμή άρωμα ευωδιά μύρο βρώμα μύρισμα μύρωμα γεύση

Αντώνυμα

αοσμία φρεσκάδα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η μυρωδιά του φρεσκοψημένου ψωμιού γέμισε το σπίτι.
  • Μια έντονη μυρωδιά χλωρίνης μαρτυρούσε ότι κάποιος καθάριζε το μπάνιο.
  • Η μυρωδιά της βροχής με έκανε να θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια.
  • Υπήρχε μια μυρωδιά απάτης στη συμφωνία, κάτι δεν πήγαινε καλά.
  • Από τις μυρωδιές της κουζίνας μπορούσες να καταλάβεις τι έφτιαχνε.