βοσκότοπος

ουσιαστικό

Έκταση γης καλυμμένη με χόρτα ή άλλη βλάστηση, κατάλληλη και προορισμένη για τη βόσκηση ζώων, είτε φυσική είτε διαχειριζόμενη από ανθρώπους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βοσκότοπος ήταν γεμάτος πράσινο χορτάρι και τα πρόβατα έβοσκαν ήρεμα.
  • Ο βοσκότοπος στα ορεινά φιλοξενεί τα κοπάδια κάθε καλοκαίρι.
  • Ο βοσκότοπος χαρακτηρίζεται ως προστατευόμενη έκταση από τις περιβαλλοντικές αρχές.
  • Ο βοσκότοπος χρειάζεται σωστό διαχειριστικό σχέδιο για να αποφευχθεί η υποβάθμιση του εδάφους.
  • Για πολλούς παλιούς κατοίκους, ο βοσκότοπος ήταν σύμβολο ασφάλειας και ελευθερίας.