βλέμμα

ουσιαστικό

1. Η κατεύθυνση και η έκφραση των ματιών ενός ατόμου, που αποτυπώνει προσοχή, συναίσθημα ή πρόθεση.

2. Στιγμιαία ή σύντομη ματιά που ρίχνει κάποιος προς κάτι.

3. Η εκφραστική ή μεταφορική όψη της παρατήρησης και της προσοχής που ασκείται πάνω σε κάτι.

Συνώνυμα

ματιά μάτι κοίταγμα κοιτάξιμο κοιτασμός βλεφαρισιά βλεφαρισμός όμμα όψις οφθαλμός όραση θέαση θέα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το βλέμμα του συναντήθηκε με το δικό της και για μια στιγμή η σιωπή κυριάρχησε.
  • Έριξε ένα βλέμμα στο ρολόι και κατάλαβε ότι αργοπορεί.
  • Το βλέμμα της πρόδιδε την ανησυχία που προσπαθούσε να κρύψει.
  • Τα βλέμματα όλων στράφηκαν προς τη σκηνή όταν εμφανίστηκε ο ομιλητής.
  • Χρειάζεται ένα διαφορετικό βλέμμα για να λύσουμε το πρόβλημα.