βιοτέχνης

ουσιαστικό

Πρόσωπο που κατασκευάζει ή επιδιορθώνει με το χέρι ή με παραδοσιακές τεχνικές αντικείμενα ή προϊόντα, έχοντας εξειδικευμένη επιδεξιότητα, τεχνική γνώση και αισθητική κρίση στην παραγωγή χρηστικών ή διακοσμητικών ειδών, συνήθως σε μικρή κλίμακα ή ως επάγγελμα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

βιομήχανος εργοστασιάρχης επιχειρηματίας κεφαλαιοκράτης αγρότης έμπορος καταναλωτής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο βιοτέχνης της γειτονιάς φτιάχνει κεραμικά με παραδοσιακές τεχνικές.
  • Ο βιοτέχνης άνοιξε μικρό εργοστάσιο για την παραγωγή υφαντών στην επαρχία.
  • Ο βιοτέχνης δίδαξε την τέχνη του στον γιο του, που θα συνεχίσει την οικογενειακή παράδοση.
  • Ο βιοτέχνης προτιμά να φτιάχνει προϊόντα με τα χέρια παρά στη γραμμή μαζικής παραγωγής.
  • Ο βιοτέχνης του Μεσαίωνα συνεισέφερε στην τοπική οικονομία με το εργαστήριό του.