βεράντα

ουσιαστικό

Εξωτερικός ή ημιυπαίθριος χώρος προσκολλημένος σε κτίριο, συνήθως με κάγκελα ή περίφραξη και ενίοτε με στέγη, προορισμένος για παραμονή, θέα, χαλάρωση και φύτευση.

Συνώνυμα

μπαλκόνι μπαλκονάκι βεραντάκι βεραντούλα χαγιάτι περίστυλο ταράτσα στοά αυλή προαύλιο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί πίνω τον καφέ μου στη βεράντα.
  • Η βεράντα τους είναι γεμάτη γλάστρες και λουλούδια.
  • Καθίσαμε στη βεράντα και συζητήσαμε μέχρι αργά.
  • Η βεράντα του διαμερίσματος έχει θέα στη θάλασσα.
  • Έβαλε ένα τραπέζι στη βεράντα για το οικογενειακό δείπνο.