βαθμιαία
επίρρημα1. Με τρόπο που πραγματοποιείται σε διαδοχικές βαθμίδες ή στάδια, με αλλεπάλληλες μικρές αλλαγές.
2. Κατά τη διάρκεια του χρόνου, με συνεχή μεταβολή στην ποσότητα, την ένταση ή την κατάσταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θερμοκρασία θα πέσει βαθμιαία το βράδυ.
- Η ανάρρωσή του έγινε βαθμιαία, χωρίς επιπλοκές.
- Η κίνηση στους δρόμους αυξήθηκε βαθμιαία μετά τις 7 το απόγευμα.
- Η εταιρεία μείωσε βαθμιαία τα έξοδά της.
- Τα παιδιά έμαθαν βαθμιαία να διαβάζουν μόνα τους.