βίβλος
ουσιαστικό1. Έντυπο ή χειρόγραφο σύνολο σελίδων, δεμένων ή συγκροτημένων με σειρά, που περιέχει κείμενο ή εικόνες και προορίζεται για ανάγνωση, μελέτη ή αναφορά.
Συνώνυμα
βιβλίο τόμος σύγγραμμα βιβλίδιο γραφές έργο κείμενο χειρόγραφο λευκώμα ανθολόγιο μονογραφία εγχειρίδιο συλλογή έκδοση πρακτικά γράφη γραπτό ευαγγέλιο εγκυκλοπαίδεια
Παραδείγματα χρήσης
- Η βίβλος διαβάζεται καθημερινά από πολλούς πιστούς.
- Το εγχειρίδιο θεωρείται βίβλος για τους νέους προγραμματιστές.
- Στην επίσημη βίβλο του δήμου καταγράφονται όλες οι αποφάσεις.
- Η αρχαία βίβλος βρέθηκε σε μια σπηλιά κοντά στην πόλη.
- Η σειρά άρθρων του έγινε βίβλος για τους φοιτητές της σχολής.