βέβαια
επίρρημα1. Επιβεβαιωτικό μόριο που δηλώνει ότι κάτι ισχύει ή ότι ο ομιλητής συμφωνεί με μια δήλωση ή ερώτηση.
2. Προλογικό στοιχείο που απαλύνει τον τόνο της απάντησης ή εισάγει επιφύλαξη ή αντίθεση όταν ακολουθείται από αντίθετη πρόταση.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ναι, βέβαια, θα σε βοηθήσω.
- Το αυτοκίνητο είναι παλιό, βέβαια, αλλά πηγαίνει ακόμη καλά.
- Η λύση ήταν σωστή, βέβαια, χρειάστηκε πολλή προσπάθεια για να τη βρούμε.
- Δεν είναι τέλειο το σχέδιο, βέβαια, όμως έχει καλές ιδέες.
- Θα έρθω στο ραντεβού, βέβαια, αν δεν προκύψει κάτι επείγον.
- Αυτό το εστιατόριο έχει ωραία φαγητά, βέβαια, οι τιμές είναι λίγο υψηλές.