αφοπλισμός
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή διαδικασία αφαίρεσης όπλων από πρόσωπα, ομάδες ή κράτη, με σκοπό τη μείωση της ικανότητας χρήσης βίας ή την πρόληψη συγκρούσεων.
Συνώνυμα
αποοπλισμός απεξοπλισμός αποστρατικοποίηση αποστρατιωτικοποίηση αφόπλιση αδρανοποίηση εξουδετέρωση αποδυνάμωση απενεργοποίηση
Αντώνυμα
εξοπλισμός οπλισμός επανεξοπλισμός εξοπλίωση πυροδότηση πυροβόλο οπλοφορία όπλο πυρομαχικά πόλεμος κανόνι δύναμη ξίφος επιφυλακή κινητοποίηση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αφοπλισμός των πυρηνικών όπλων ήταν το κεντρικό θέμα της συνόδου.
- Ο στρατιωτικός αφοπλισμός της περιοχής ξεκίνησε μετά την κατάπαυση του πυρός.
- Οι αστυνομικές αρχές ανακοίνωσαν τον αφοπλισμό του ύποπτου και την κατάσχεση των όπλων.
- Ένιωσα έναν παράξενο αφοπλισμό όταν άκουσα την ειλικρινή ομολογία του.
- Ο πολιτικός πέτυχε τον αφοπλισμό των επικριτών του με μια απλή και ειλικρινή απάντηση.