αυτονόητα
ουσιαστικό1. Πράγματα, συμπεράσματα ή ισχυρισμοί που θεωρούνται προφανή και δεδομένα, έτσι ώστε να μην απαιτούνται εξηγήσεις ή αποδείξεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τα αυτονόητα δεν χρειάζονται εξήγηση.
- Μην θεωρείς τα αυτονόητα δεδομένα, ρώτησε όταν έχεις αμφιβολίες.
- Αυτονόητα, θα παρευρεθώ στη συνάντηση.
- Όσα θεωρείς αυτονόητα για σένα δεν ισχύουν απαραίτητα και για τους άλλους.
- Το αποτέλεσμα ήταν αυτονόητα αναμενόμενο μετά τις τελευταίες εξελίξεις.