ασφαλισμένος
επίθετο1. Που καλύπτεται από σύμβαση ασφάλισης και έχει δικαίωμα σε αποζημίωση ή παροχές για ζημία, ασθένεια ή άλλους καλυπτόμενους κινδύνους.
Συνώνυμα
εξασφαλισμένος ασφαλιζόμενος κλειδωμένος καλυμμένος προστατευμένος διασφαλισμένος εγγυημένος κλειστός ασφαλής σίγουρος σωσμένος κατοχυρωμένος βεβαιωμένος
Αντώνυμα
ανασφάλιστος ακάλυπτος απροστάτευτος ανασφαλής εκτεθειμένος ανυπεράσπιστος αβέβαιος ξεκρέμαστος γυμνός
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εργαζόμενος είναι ασφαλισμένος στον ΕΦΚΑ.
- Ο οδηγός είναι ασφαλισμένος για ζημιές τρίτων.
- Ο μηχανισμός της πόρτας είναι ασφαλισμένος ώστε να μην ανοίγει κατά λάθος.
- Ο δανειολήπτης νιώθει ασφαλισμένος χάρη στην εγγύηση του δανείου.
- Ο μάρτυρας παρέμεινε ασφαλισμένος από το πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων.