αστέρι
ουσιαστικό1. Φωτεινό ουράνιο σώμα από ιονισμένο αέριο, κυρίως υδρογόνο και ήλιο, που παράγει ενέργεια μέσω πυρηνικών αντιδράσεων στον πυρήνα του.
Συνώνυμα
άστρο αστέρας σταρ αστερίσκος διασημότητα είδωλο πρωταγωνιστής πρωταγωνίστρια θρύλος κορυφαίος διάσημος αστεράκι ήλιος ηθοποιός μάγκας καταξιωμένος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το αστέρι φωτίζει τον νυχτερινό ουρανό.
- Το βράδυ είδα πολλά αστέρια στον ουρανό.
- Μετά την πρώτη του ταινία έγινε αστέρι.
- Το ξενοδοχείο έχει πέντε αστέρια.
- Κρέμασαν ένα αστέρι στην κορυφή του χριστουγεννιάτικου δέντρου.