ασέλγεια

ουσιαστικό

Ασεβής και προσβλητική συμπεριφορά ή πράξη με σεξουαλικό περιεχόμενο, που παραβιάζει τα όρια της ευπρέπειας ή της νομιμότητας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ασέλγεια σε βάρος ανηλίκου τιμωρείται αυστηρά από τον νόμο.
  • Κατηγορήθηκε για ασέλγεια και προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας.
  • Το δικαστήριο εξέτασε αν υπήρξε πράξη ασέλγειας ή απλώς ανάρμοστη συμπεριφορά.
  • Η δημόσια ασέλγεια του κατηγορουμένου προκάλεσε έντονες αντιδράσεις.
  • Στα παλιά κείμενα, η ασέλγεια χρησιμοποιείται και με τη σημασία της ανηθικότητας ή της προκλητικής συμπεριφοράς.