αργοπορημένα
επίθετο1. Που γίνεται ή εμφανίζεται με καθυστέρηση σε σχέση με το αναμενόμενο ή το συνηθισμένο.
2. Που καθυστερεί στην άφιξη, την εκτέλεση ή την ολοκλήρωση μιας ενέργειας ή διαδικασίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
νωρίς έγκαιρα εγκαίρως πρώιμα προηγουμένως αστραπιαία πρόωρα άμεσα γοργά ταχέως επιτόπου τσακ γρήγορα σβέλτα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφτασα αργοπορημένα στη συνάντηση.
- Τα αργοπορημένα μηνύματα δημιούργησαν σύγχυση στους συμμετέχοντες.
- Οι αποφάσεις λήφθηκαν αργοπορημένα και η ζημιά ήταν μεγάλη.
- Αντιδράσεις ήρθαν αργοπορημένα, όταν το πρόβλημα είχε ήδη διορθωθεί.
- Τα αργοπορημένα έργα παραδόθηκαν μετά την προθεσμία.