απόκριση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα έκφρασης λόγου, πληροφορίας ή χειρονομίας που δίδεται ως συνέπεια προγενέστερης ερώτησης, αιτήματος ή μηνύματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η απόκριση του διευθυντή στο μήνυμα ήταν γρήγορη.
- Η απόκριση του κοινού στην παράσταση ήταν θερμή.
- Ο ασθενής έδειξε θετική απόκριση στη θεραπεία.
- Ο υπολογιστής είχε γρήγορη απόκριση στην εντολή.
- Η απόκριση του οργανισμού στο εμβόλιο μετρήθηκε σε εργαστήριο.