απολυταρχία

ουσιαστικό

Σύστημα ή καθεστώς διακυβέρνησης όπου η πολιτική εξουσία συγκεντρώνεται σε ένα άτομο ή σε μικρή ομάδα που ασκεί απόλυτο έλεγχο πάνω στο κράτος και την κοινωνία, χωρίς συνταγματικούς περιορισμούς, λειτουργικούς δημοκρατικούς θεσμούς ή ουσιαστικό σεβασμό στις ατομικές και πολιτικές ελευθερίες.

Συνώνυμα

δικτατορία αυταρχία απολυταρχισμός δεσποτισμός δεσποτεία χούντα τυραννία ολοκληρωτισμός πολίτευμα παντοδυναμία αυταρχισμός καθεστώς μοναρχία

Αντώνυμα

δημοκρατία σύνταγμα κοινοβουλευτισμός φιλελευθερισμός πλουραλισμός λαοκρατία αυτοδιοίκηση ελευθερία

Παραδείγματα χρήσης

  • Η απολυταρχία του καθεστώτος διέλυσε τα κοινοβουλευτικά δικαιώματα.
  • Η διοίκηση λειτουργούσε με απολυταρχία, αγνοώντας τις εισηγήσεις των υπαλλήλων.
  • Στην ιστορία της Ευρώπης, η απολυταρχία συχνά συνδέθηκε με την κεντρική εξουσία των μοναρχών.
  • Στο σπίτι τους επικράτησε απολυταρχία, όπου κανείς δεν είχε το δικαίωμα να αποφασίζει.
  • Οι πολιτικοί επιστήμονες μελετούν την απολυταρχία ως σύστημα συγκεντρωτικής εξουσίας χωρίς λαϊκό έλεγχο.