αποκόπτομαι
ρήμα1. Να χωρίζεται ή να απομακρύνεται τμήμα από το υπόλοιπο σώμα ή σύστημα με κοπή, θραύση ή αποσύνδεση, ώστε να μην είναι πλέον ενωμένο.
2. Να παύει η σύνδεση ή η συμμετοχή με άτομα, ομάδες ή οργανισμούς, απομακρύνoμαι κοινωνικά ή θεσμικά από αυτούς.
Συνώνυμα
αποσυνδέομαι κόβομαι αποκολλούμαι απομονώνομαι διακόπτομαι ξεκόβομαι ξεκολλάω αποσχίζομαι αποχωρώ αποσύρομαι αποκλείομαι αποξενώνομαι διαχωρίζομαι απομακρύνομαι
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Όταν διαφωνώ έντονα, αποκόπτομαι από τη συζήτηση για να ηρεμήσω.
- Κατά τη διάρκεια της πεζοπορίας, αποκόπτομαι από την ομάδα για λίγο.
- Σε περιόδους στρες, αποκόπτομαι συναισθηματικά και δεν επικοινωνώ.
- Αν η σύνδεση είναι ασταθής, αποκόπτομαι συχνά από το δίκτυο.
- Μετά την απόφαση για ανεξαρτησία, αποκόπτομαι από την κεντρική διοίκηση.