αποκλειστικότητα

ουσιαστικό

1. Ιδιότητα ή κατάσταση του να προορίζεται, να ανήκει ή να απευθύνεται μόνο σε ένα άτομο, φορέα ή ομάδα, αποκλείοντας τη συμμετοχή ή χρήση από άλλους.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η αποκλειστικότητα της συμφωνίας εξασφαλίζει ότι μόνο εμείς θα προμηθεύουμε το προϊόν στην περιοχή.
  • Ζήτησε αποκλειστικότητα στη σχέση πριν συνεχίσουν να βγαίνουν.
  • Το κανάλι έχει αποκλειστικότητα στη μετάδοση των αγώνων για τρία χρόνια.
  • Η αποκλειστικότητα της πρόσβασης στο σύστημα επιτρέπεται μόνο σε εξουσιοδοτημένους χρήστες.
  • Η εφημερίδα δημοσίευσε συνέντευξη με αποκλειστικότητα, που δεν θα εμφανιστεί σε κανένα άλλο μέσο.