αποβάθρα
ουσιαστικό1. Κατασκευή ή πλατφόρμα στην ακτή ή πάνω στο νερό που επιτρέπει την πρόσδεση πλοίων και την επιβίβαση και αποβίβαση επιβατών καθώς και τη φόρτωση ή εκφόρτωση εμπορευμάτων.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποβάθρα ήταν γεμάτη ψαράδες το πρωί.
- Οι επιβάτες περίμεναν στην αποβάθρα για την αναχώρηση του τρένου.
- Η αποβάθρα φόρτωσης ήταν γεμάτη παλέτες και κούτες.
- Η παλιά αποβάθρα έχει μετατραπεί σε μικρό πάρκο με καφέ.
- Η συνέντευξη λειτούργησε ως αποβάθρα για την καριέρα του.