ανυπομονησία

ουσιαστικό

Ψυχική κατάσταση έντονης επιθυμίας να συμβεί κάτι άμεσα, με αδυναμία υπομονής κατά την αναμονή και συχνά συνοδευόμενη από ανησυχία, νευρικότητα ή βιασύνη.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Περιμέναμε με ανυπομονησία την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
  • Η ανυπομονησία του παιδιού ήταν εμφανής κατά τη διάρκεια της αναμονής.
  • Από ανυπομονησία άρχισε να ανοίγει το πακέτο πριν τελειώσει η γιορτή.
  • Η ανυπομονησία πριν από την πρώτη συναυλία έκανε τα χέρια της να τρέμουν.
  • Δεν άντεχε την ανυπομονησία και αποφάσισε να τηλεφωνήσει νωρίτερα για νέα.