ανυπεράσπιστος
επίθετοΠου βρίσκεται χωρίς επαρκή προστασία ή δυνατότητα άμυνας απέναντι σε κίνδυνο, επίθεση ή βλάβη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το παιδί ένιωσε ανυπεράσπιστος όταν χάθηκε στο πλήθος.
- Χωρίς μάρτυρες, ο κατηγορούμενος έμεινε ανυπεράσπιστος απέναντι στις κατηγορίες.
- Η μικρή γάτα ήταν ανυπεράσπιστη και κρύφτηκε κάτω από το αυτοκίνητο.
- Σε τέτοιες συνθήκες, ο πιο αδύναμος είναι πάντα ο ανυπεράσπιστος.
- Οι κάτοικοι βρέθηκαν ανυπεράσπιστοι μπροστά στην ξαφνική πλημμύρα.