αντιφάσκω
ρήμα1. Εκφράζω αντίθεση ή αντίρρηση σε δήλωση, ιδέα ή πράξη, παρουσιάζοντας αντίθετα επιχειρήματα ή απόψεις.
2. Βρίσκομαι ή τίθεμαι σε σύγκρουση ή ασυμφωνία με άλλες δηλώσεις, απόψεις ή πράξεις.
Συνώνυμα
αντιλέγω αντικρούω διαψεύδω διαφωνώ εναντιώνομαι αντιτίθεμαι αντιτάσσομαι αντιβαίνω ασυμβιβάζομαι αμφισβητώ συγκρούομαι
Αντώνυμα
συμφωνώ συμβαδίζω ταιριάζω συνηγορώ συναινώ επιβεβαιώνω εναρμονίζομαι ταυτίζομαι συνάδω συνομολογώ συμπίπτω επικροτώ παραδέχομαι
Παραδείγματα χρήσης
- Συχνά αντιφάσκω με τους συναδέλφους μου στις επαγγελματικές συζητήσεις.
- Κάποιες φορές αντιφάσκω με τον ίδιο μου τον εαυτό όταν αλλάζω εύκολα γνώμη.
- Όταν ισχυρίζομαι κάτι και μετά λέω το αντίθετο, αντιφάσκω σαφώς.
- Νιώθω ότι αντιφάσκω όταν οι πράξεις μου δεν συμβαδίζουν με τα λόγια μου.
- Συχνά αντιφάσκω με τους κανονισμούς όταν θεωρώ ότι είναι άδικοι.