αντίπαλη
επίθετοΠου αντιστέκεται ή συγκρούεται με κάποιον άλλον σε πλαίσιο αγώνα, διαφωνίας ή ανταγωνισμού, λαμβάνοντας θέση απέναντί του.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σύμμαχος συμπαίκτρια συνεργάτιδα φιλαράκι συνάδελφος συντρόφισσα συμμαχική φίλη υποστηρίκτρια φιλενάδα κολλητή συνάδελφη
Παραδείγματα χρήσης
- Η αντίπαλη ομάδα ήταν πιο γρήγορη και κέρδισε το ματς.
- Στη συζήτηση, η αντίπαλη υποψήφια παρουσίασε διαφορετικό πρόγραμμα.
- Την αντιμετώπιζε ως αντίπαλη στον έρωτα, αν και η κατάσταση ήταν περίπλοκη.
- Η αντίπαλη άποψη υπογράμμισε τους κινδύνους του σχεδίου.
- Στο τουρνουά, η αντίπαλη σκακίστρια έκανε ένα ακριβές άνοιγμα.