αναλφαβητισμός

ουσιαστικό

1. Η αδυναμία ή έλλειψη ικανότητας ανάγνωσης και γραφής σε βασικό επίπεδο, που εμποδίζει το άτομο να κατανοεί και να παράγει γραπτό λόγο.

Συνώνυμα

αγραμματοσύνη αγραμμάτεια αγραμματισμός αγραφία αμορφωσιά απαίδευση άγνοια

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αναλφαβητισμός στους ενήλικες δυσχεραίνει την πρόσβασή τους στην εργασία.
  • Τα προγράμματα εκπαίδευσης στοχεύουν στη μείωση του αναλφαβητισμού στις απομακρυσμένες περιοχές.
  • Σε θέματα υγείας, ο αναλφαβητισμός οδηγεί συχνά σε λανθασμένες αποφάσεις και χειρισμούς.
  • Ο ψηφιακός αναλφαβητισμός αποκλείει πολλούς πολίτες από βασικές ηλεκτρονικές υπηρεσίες.
  • Η καταπολέμηση του αναλφαβητισμού θεωρείται κεντρική πολιτική προτεραιότητα για την κοινωνική συνοχή.