αναγνώστης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που διαβάζει γραπτά ή εκφωνημένα κείμενα για ενημέρωση, μάθηση, κριτική ή ψυχαγωγία.

Συνώνυμα

αναγνώστρια μελετητής μελετήτρια κοινό συνδρομητής ακροατής βιβλιοφάγος βιβλιοφίλος χρήστης καταναλωτής

Αντώνυμα

αναλφάβητος αγράμματος δημοσιογράφος συντάκτης απαίδευτος ρεπόρτερ συγγραφέας εκδότης

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αναγνώστης απολάμβανε το νέο μυθιστόρημα.
  • Οι αναγνώστες της εφημερίδας ζήτησαν διευκρινίσεις για το άρθρο.
  • Ο τεχνικός εγκατέστησε έναν νέο αναγνώστη καρτών στην είσοδο.
  • Στην εκκλησία ο αναγνώστης διάβασε την περικοπή με καθαρή φωνή.
  • Λόγω βλάβης ο αναγνώστης δακτυλικών αποτυπωμάτων σταμάτησε να λειτουργεί.