ανάκτορο
ουσιαστικό1. Μεγάλο επίσημο κτίριο που λειτουργεί ως κατοικία και έδρα του μονάρχη ή του αρχηγού κράτους, όπου φιλοξενούνται και πραγματοποιούνται επίσημες λειτουργίες και τελετές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το ανάκτορο του βασιλιά επισκέφτηκαν χιλιάδες τουρίστες.
- Έχτισαν ένα ανάκτορο στη μέση του χωριού, που ξεχώριζε για το μέγεθος και τη μεγαλοπρέπεια.
- Το παλιό ανάκτορο έχει μετατραπεί σε μουσείο.
- Από τα ερείπια του ανακτόρου ανασκάφηκαν σημαντικά ευρήματα.
- Το κοινοβούλιο έγινε το πραγματικό ανάκτορο της εξουσίας.