ανάθεμα
ουσιαστικό1. Έκφραση έντονης καταδίκης ή ευχής να συμβεί κακό ή να επιβληθεί σοβαρή τιμωρία σε πρόσωπο, πράξη ή πράγμα.
2. Επιφώνημα που εκφράζει αγανάκτηση, απογοήτευση, έκπληξη ή οργή, χρησιμοποιούμενο για να τονίσει αρνητικά συναισθήματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- «Ανάθεμα!» φώναξε όταν έσπασε το ποτήρι.
- Του έριξε ανάθεμα επειδή τον πρόδωσε.
- Ας πάει στο ανάθεμα όποιος έκλεψε τα έγγραφα.
- Το ανάθεμα αν θυμάμαι καλά πού το έβαλα.
- Αυτό το λάθος αποδείχθηκε πραγματικό ανάθεμα για το έργο.