αμφιταλαντεύομαι

ρήμα

1. Εναλλάσσω την προτίμηση ή την απόφαση ανάμεσα σε δύο ή περισσότερες επιλογές ή απόψεις, χωρίς να καταλήγω σε σαφή οριστική επιλογή.

2. Παραμένω σε κατάσταση αμφιβολίας και αναστολής, μεταβάλλοντας τη στάση ή τη γνώμη μου επανειλημμένα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Σήμερα αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στο να δεχτώ την προσφορά εργασίας και στο να παραμείνω στην παλιά μου θέση.
  • Πριν ψηφίσω στη συνέλευση, αμφιταλαντεύομαι για το ποια από τις δύο προτάσεις είναι πιο σωστή.
  • Συχνά αμφιταλαντεύομαι πριν πάρω σημαντικές αποφάσεις, επειδή φοβάμαι να κάνω λάθος επιλογή.
  • Καθώς πλησιάζει η στιγμή της ανακοίνωσης, αμφιταλαντεύομαι ανάμεσα στην ελπίδα και στον φόβο.
  • Μεταξύ λογικής και επιθυμίας, αμφιταλαντεύομαι και δεν μπορώ να ησυχάσω.