αμυδρά
επίρρημα1. Με τρόπο που χαρακτηρίζεται από πολύ χαμηλή ένταση φωτός ή χρώματος, ώστε το αντικείμενο ή το φως να είναι μόνον ελαφρώς ορατό ή ασαφές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η λάμπα φωτίζει το δωμάτιο αμυδρά.
- Θυμόταν αμυδρά τα γεγονότα εκείνης της νύχτας.
- Η μουσική ακούστηκε αμυδρά από το διπλανό δωμάτιο.
- Είχε αμυδρά την εντύπωση ότι τον ήξερε από κάπου.
- Στο ημίφως το περίγραμμα του προσώπου φαινόταν αμυδρά.