ακούγομαι

ρήμα

1. Γίνομαι αντιληπτός με την ακοή.

2. Φαίνομαι ή δίνω την εντύπωση σε κάποιον με βάση τον ήχο, τη διατύπωση ή την παρουσίαση.

3. Γίνομαι αντικείμενο διαδόσεων ή φημών, όταν κυκλοφορεί πληροφορία για κάποιο πρόσωπο ή γεγονός.

Συνώνυμα

ηχεί ηχούμαι αντηχεί φαίνομαι λέγεται διαδίδεται κυκλοφορεί αναφέρεται συζητιέται λέγομαι μοιάζω υποστηρίζεται διατυπώνεται φαντάζει εκφράζεται ανακοινώνεται

Αντώνυμα

σιωπώ διαψεύδεται σιωπώμαι σβήνω αφανίζομαι εξαφανίζομαι χάνομαι αρνείται καταπνίγομαι αναιρείται

Παραδείγματα χρήσης

  • Στο θέατρο ακούγομαι καθαρά ακόμα και χωρίς μικρόφωνο.
  • Στη συνέντευξη ακούγομαι νευρικός και μάλλον δεν έδωσα καλή εικόνα.
  • Όταν μιλάω γρήγορα ακούγομαι ασαφής και οι άλλοι με διακόπτουν.
  • Στη μαγνητοφώνηση ακούγομαι πιο δυνατός απ' ό,τι στην πραγματικότητα.
  • Μέσα στην κίνηση ακούγομαι σαν ένας ακόμα θόρυβος στον δρόμο.