ακαταλληλότητα

ουσιαστικό

1. Κατάσταση ή ιδιότητα κατά την οποία ένα αντικείμενο, μέτρο, κείμενο ή άτομο δεν πληροί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, προδιαγραφές ή χαρακτηριστικά για συγκεκριμένη χρήση, σκοπό ή κοινό.

Συνώνυμα

απροσφορότητα ανάρμοστη ανικανότητα αδόκιμη ανεπάρκεια ασυμβατότητα αταίριασμα απρέπεια αναντιστοιχία

Αντώνυμα

καταλληλότητα επάρκεια ικανότητα προσφορότητα επιλεξιμότητα συμβατότητα επιτρεπτότητα καιρός αρμοδιότητα προσαρμογή αρμονία συνάφεια

Παραδείγματα χρήσης

  • Η ακαταλληλότητα του κτιρίου για κατοίκηση έγινε προφανής μετά τον σεισμό.
  • Ο γιατρός διαπίστωσε την ακαταλληλότητα του ασθενούς για χειρουργική επέμβαση.
  • Η ταινία έλαβε σήμανση για ενήλικο κοινό λόγω ακαταλληλότητας του περιεχομένου.
  • Η ακαταλληλότητα του υποψηφίου για τη θέση προέκυψε από το ποινικό του μητρώο.
  • Λόγω ακαταλληλότητας του εξοπλισμού, η παραγωγή σταμάτησε προσωρινά.
  • Η επιτροπή αποφάσισε την ακαταλληλότητα του μέτρου για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση.