αιωνίως
επίρρημα1. Επί αόριστο ή απεριόριστο χρονικό διάστημα, χωρίς τέλος ή παύση.
2. Με τρόπο μόνιμο και αδιάκοπο, που διατηρείται διαρκώς.
3. Σε θρησκευτικά ή φιλοσοφικά συμφραζόμενα, ως ένδειξη αιωνιότητας ή αφθαρσίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Θα σε αγαπώ αιωνίως.
- Τη μνήμη του θα τη διατηρούμε αιωνίως ζωντανή.
- Στο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το δικαίωμα μεταβιβάζεται αιωνίως.
- Είναι αιωνίως απασχολημένος και ποτέ δεν βρίσκει χρόνο για φίλους.
- Της είμαι αιωνίως ευγνώμων για τη σωτήρια βοήθεια.