αθάνατος

επίθετο

1. Που δεν πεθαίνει και δεν υπόκειται στο θάνατο, που έχει αιώνια ζωή.

2. Που δεν φθείρεται ούτε καταστρέφεται, που διαρκεί για πάντα.

3. Που ανήκει ή αναφέρεται σε θεϊκά ή υπερφυσικά όντα χωρίς θνητότητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν τους θεούς αθάνατους.
  • Το έργο του ποιητή έμεινε αθάνατο.
  • Αυτή η σούπα είναι αθάνατη.
  • Ο κόσμος φώναξε «Αθάνατος!» όταν αποχαιρέτισε τον ήρωα.
  • Η μνήμη του παρέμεινε αθάνατη στις επόμενες γενιές.