αδιάκριτος

επίθετο

1. Που στερείται διακριτικότητας ή σεβασμού στα προσωπικά όρια, συμπεριφέρεται ή εκφράζεται χωρίς τακτ και αποκαλύπτει ή επιμένει σε προσωπικά ή ευαίσθητα ζητήματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο φίλος του ήταν πολύ αδιάκριτος και ρώτησε για τα προσωπικά του.
  • Η γειτόνισσα ήταν αρκετά αδιάκριτη και μπήκε στη συζήτησή τους χωρίς πρόσκληση.
  • Το σχόλιο ήταν αδιάκριτο και προκάλεσε αμηχανία στην παρέα.
  • Η αστυνομική επιχείρηση προκάλεσε αδιάκριτη βία κατά των πολιτών.
  • Οι κάμερες του χώρου τράβηξαν αδιάκριτες εικόνες των περαστικών.