αγοραπωλησία
ουσιαστικόΣυναλλαγή κατά την οποία μεταβιβάζεται η ιδιοκτησία ή η κατοχή ενός αγαθού ή δικαιώματος από τον πωλητή στον αγοραστή έναντι τιμήματος, συνήθως με τη σύναψη σχετικής σύμβασης.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αγοραπωλησία του διαμερίσματος ολοκληρώθηκε χθες στο συμβολαιογραφείο.
- Η αγοραπωλησία των προϊόντων έγινε μέσω ηλεκτρονικού καταστήματος με απόδειξη.
- Προτείνω πλήρη νομικό έλεγχο πριν από την αγοραπωλησία για να αποφευχθούν προβλήματα.
- Στις χρηματαγορές, η αγοραπωλησία μετοχών απαιτεί γρήγορες αποφάσεις και στρατηγική.
- Η αγοραπωλησία ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου απαιτεί έλεγχο του ιστορικού και των εγγράφων.