αγκαλιά
ουσιαστικό1. Σωματική χειρονομία στην οποία ένα άτομο κλείνει τα χέρια γύρω από το σώμα άλλου, εκφράζοντας στοργή, παρηγοριά, θαλπωρή ή οικειότητα.
Συνώνυμα
αγκάλιασμα εναγκαλισμός αγκάλωμα κράτημα σφίξιμο χάδι παρηγοριά θαλπωρή στήθος γόνατο σμίξιμο δεσίωμα τρυφερότητα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η μητέρα έβαλε το μωρό στην αγκαλιά της.
- Πήρε το τραυματισμένο πουλί στην αγκαλιά του για να το ζεστάνει.
- Με μια ζεστή αγκαλιά ένιωσε αμέσως καλύτερα.
- Το χωριό ακουμπάει στην αγκαλιά των βουνών.
- Έπεσε στην αγκαλιά του ύπνου μετά από μια κουραστική μέρα.