άσχετα
επίρρημα1. Με τρόπο που δεν έχει σχέση ή συνάφεια με το θέμα, χωρίς να σχετίζεται με αυτό.
2. Με τρόπο που δεν επηρεάζεται ή δεν λαμβάνεται υπόψη από συγκεκριμένη παράμετρο ή κατάσταση (π.χ. σε φράσεις "άσχετα με/από").
Συνώνυμα
ανεξάρτητα ανεξαρτήτως αδιάφορα ασύνδετα ανεπηρέαστα αμέτοχα αμόρφωτος ακατάρτιστος ανενημέρωτος ατζαμής ανίκανος απρόσδεκτα
Αντώνυμα
σχετικά έμπειρος γνώστης καταρτισμένος ειδικός ενημερωμένος σχετικώς εξαρτημένα συναφή συνδεδεμένα εξειδικευμένος ικανός κατατοπισμένος ανάλογα παρόμοια μάστορας αναλογικά
Παραδείγματα χρήσης
- Άσχετα αν συμφωνείς ή όχι, η απόφαση έχει ληφθεί.
- Συνέχισε τις προετοιμασίες άσχετα με τις δυσκολίες.
- Βρήκα στο συρτάρι άσχετα χαρτιά που δεν έχουν σχέση με το έργο.
- Άσχετα, πώς προχώρησε το θέμα της συνάντησης;
- Ρώτησε πολλά άσχετα ερωτήματα που αποσπούσαν την προσοχή.