άρμα
ουσιαστικό1. Δίτροχο ή πολυτροχο όχημα, συνήθως έλκομενο από άλογα, που χρησιμοποιούνταν στην αρχαιότητα για μάχες, αρματοδρομίες ή γρήγορες μεταφορές.
2. Μεγάλο επίσημο όχημα ή διάκοσμη εξέδρα που κυκλοφορεί σε παρελάσεις, εορτές και θρησκευτικές τελετές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το άρμα των αρχαίων ήταν φτιαγμένο από ξύλο και μέταλλο.
- Το άρμα μάχης προχώρησε προς την εμπρόσθια γραμμή.
- Στο καρναβάλι, κάθε γειτονιά κατασκεύασε ένα εντυπωσιακό άρμα.
- Οι πολεμιστές στάθηκαν πάνω στο άρμα πριν από τη μάχη.
- Για πολλούς, η τέχνη υπήρξε το άρμα της κοινωνικής αλλαγής.
- Στο μουσείο εκτέθηκε το άρμα ενός διάσημου στρατηγού.