άκαρπος

επίθετο

1. Που δεν παράγει καρπούς ή καρποφορία (για φυτά).

2. Που δεν αποφέρει το αναμενόμενο αποτέλεσμα παρά την προσπάθεια, χωρίς πρακτική ωφέλεια ή επίτευξη σκοπού (για ενέργειες, προσπάθειες, σχέδια).

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δέντρο είναι άκαρπο φέτος.
  • Η γη στο υψόμετρο εκείνο έμεινε άκαρπη.
  • Οι διαπραγματεύσεις έμειναν άκαρπες, χωρίς συμφωνία.
  • Η έρευνα απέβη άκαρπη, παρά τις πολλές προσπάθειες.
  • Ο κόπος του απέβη άκαρπος, αλλά απέκτησε εμπειρία.