άγιος

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που θεωρείται ότι διαθέτει εξαιρετική πνευματική ή ηθική αρετή και χαρακτηρίζεται ως ιερό ή αγιασμένο, συχνά με επίσημη αναγνώριση ή τιμή από θρησκευτικό θεσμό.

Συνώνυμα

ιερός όσιος αγιασμένος ευλογημένος θείος ιεροπρεπής ιερώτατος μακάριος ευσεβής ευλαβής θεοσεβής θεϊκός σέβαστος θεοφοβούμενος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο άγιος Νικόλαος θεωρείται προστάτης των ναυτικών.
  • Επισκέφτηκαν τον άγιο τόπο και σιώπησαν μπροστά στα μνημεία.
  • Οι άγιοι της παράδοσης έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη βοήθεια των άλλων.
  • Με τη συμπεριφορά του έγινε άγιος στα μάτια των χωριανών.
  • Η γιορτή του αγίου Γεωργίου συγκεντρώνει πλήθος κόσμου.