άγγελος
ουσιαστικό1. Πνευματικό ή υπερφυσικό ον που θεωρείται αγγελιαφόρος ή υπηρέτης θεότητας σε διάφορες θρησκευτικές και λατρευτικές παραδόσεις, συνδεδεμένο με προστασία, καθοδήγηση ή μεταβίβαση θεϊκού μηνύματος.
Συνώνυμα
αγγελάκι αγγελούδι αγγελιαφόρος απεσταλμένος αρχάγγελος φύλακας προστάτης μεσολαβητής ταχυδρόμος πρεσβευτής σωτήρας επενδυτής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο άγγελος εμφανίστηκε στο όνειρό της και της μίλησε με γλυκιά φωνή.
- Ο άγγελος του Κυρίου ανακοίνωσε τα καλά νέα στους βοσκούς.
- Ήταν πραγματικά ένας άγγελος όταν με βοήθησε χωρίς να ζητήσει ανταμοιβή.
- Οι άγγελοι της χορωδίας τραγούδησαν όλο το απόγευμα.
- Πάντα πίστευε στον άγγελο φύλακά της.