μαρμελάδα
ουσιαστικόΓλυκό προϊόν από βρασμένα φρούτα και ζάχαρη με πυκνή, ρευστή έως ζελέ υφή, κατάλληλο για άλειμμα, γέμιση ή συνοδευτικό σε ψωμί και γλυκίσματα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πρωινό του ήταν ψωμί με μαρμελάδα.
- Η μαρμελάδα φράουλας στο ράφι είχε φωτεινό κόκκινο χρώμα.
- Έφτιαξα μαρμελάδα από βερίκοκα για το χειμώνα.
- Χρησιμοποίησε μαρμελάδα ως γέμιση στην τούρτα.
- Στο ράφι του σούπερ μάρκετ υπήρχαν πολλά βαζάκια με μαρμελάδα.