δηλητήριο

ουσιαστικό

1. Ουσία ή μίγμα ουσιών που, όταν εισέλθει στον οργανισμό με κατάποση, εισπνοή, απορρόφηση ή επαφή, διαταράσσει τις φυσιολογικές λειτουργίες και μπορεί να προκαλέσει βλάβη, ασθένεια ή θάνατο.

Συνώνυμα

τοξίνη κυάνιο αρσενικό στρυχνίνη νευροτοξίνη νικοτίνη φυτοτοξίνη πολυτοξίνη

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το δηλητήριο στο νερό προκάλεσε μαζική δηλητηρίαση των ψαριών.
  • Το δηλητήριο του φιδιού ήταν αρκετό για να σκοτώσει το θύμα μέσα σε λίγες ώρες.
  • Ο γιατρός χορήγησε αντίδοτο αμέσως μόλις διαπίστωσαν πως υπήρχε δηλητήριο.
  • Η ζήλια λειτουργούσε σαν δηλητήριο στη σχέση τους.
  • Το εργοστάσιο απέβαλλε δηλητήριο στο ποτάμι, προκαλώντας ανησυχία στους κατοίκους.