ισπανικός
επίθετο1. Που σχετίζεται με την Ισπανία, τους κατοίκους της ή τα γεωγραφικά, πολιτικά ή διοικητικά χαρακτηριστικά της.
2. Που αφορά τη γλώσσα που ομιλείται στην Ισπανία και σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής.
Συνώνυμα
καστιλιανός ιβηρικός ισπανόφωνος εσπανιόλ
Αντώνυμα
πορτογαλικός αγγλικός βρετανικός γαλλικός ιταλικός γερμανικός ολλανδικός βελγικός ελληνικός αμερικανικός μεξικανικός αργεντινός βραζιλιάνικος κολομβιανός κουβανικός ρωσικός κινεζικός ιαπωνικός κορεατικός ινδικός αιγυπτιακός τουρκικός ιρλανδικός σουηδικός νορβηγικός δανέζικος φινλανδικός πολωνικός ουγγρικός ρουμανικός βουλγαρικός σερβικός κροατικός τσέχικος ρουβανικός ισραηλινός αυστραλιανός καναδικός λατινοαμερικάνικος
Παραδείγματα χρήσης
- Μαθαίνω ισπανικά στο σχολείο.
- Η ισπανική κουζίνα είναι πλούσια σε γεύσεις.
- Το ισπανικό κρασί είχε έντονο άρωμα.
- Ο ισπανικός ποδοσφαιριστής σκόραρε χθες.
- Ακούω πολλά ισπανικά τραγούδια το βράδυ.