ώρα
ουσιαστικό1. Χρονική μονάδα ίση με εξήντα λεπτά.
2. Συγκεκριμένη στιγμή της ημέρας προσδιοριζόμενη από το ρολόι, συνήθως με ένδειξη ωρών και λεπτών.
3. Καθορισμένος χρόνος για συνάντηση, ραντεβού ή έναρξη γεγονότος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Τι ώρα είναι;
- Μείνε μία ώρα ακόμα.
- Ήρθε η ώρα της κρίσης.
- Η κυκλοφορία είναι χειρότερη την ώρα αιχμής.
- Πέρασαν πολλές ώρες μέχρι να φτάσει βοήθεια.